Χειροποίητη εικόνα με στιλβωτή επιχρύσωση σε φυσικό ξύλο φλαμουριάς. Το ξύλο έχει προετοιμαστεί εν θερμώ και επιχρυσωθεί με φύλλα χρυσού 22Κ, σύμφωνα με την παραδοσιακή βυζαντινή τεχνική. Η αγιογράφηση έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση αβγοτέμπερας, με σκοπό τη βέλτιστη απόδοση και αντοχή των χρωμάτων.
Ιερό λείψανο (ένας εκ των ποδών) του Αγίου Κυπριανού φυλάσσεται στην Ιερά μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Ιερά λείψανα επίσης των δύο αγίων φυλάσσονται στην Αττική, στη Λευκωσία, στην Άνδρο και στο Βουκουρέστι.
Στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι γνωστές οι ευχές του Αγίου Κυπριανού εναντίον της μαγείας, οι οποίες όμως πρέπει να διαβάζονται μόνο από ιερέα. Το θέμα της μαγείας, της βασκανίας και της λεγόμενης "γλωσσοφαγιάς' χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή και καθοδήγηση από τον πνευματικό μας πατέρα. Διαβάζοντας παρακάτω το βίο του αγίου Κυπριανού και της αγίας Ιουστίνης, θα καταλάβουμε γιατί θεωρείται προστάτης όσων υποφέρουν από δαιμονική επήρεια.
Ο Άγιος Κυπριανός ήταν εύπορος κι ευγενής φιλόσοφος από την Καρχηδόνα της Βόρειας Αφρικής. Έζησε στα χρόνια του Δεκίου (249 - 251 μ.Χ.) και εξασκούσε τη μαγική τέχνη στην Αντιόχεια. Ο Δέκιος ήταν γνωστός για τους σφοδρούς διωγμούς εναντίον των χριστιανών.
Κάποτε ένας ειδωλολάτρης ονόματι Αγλαΐδας ερωτεύτηκε μια Χριστιανή παρθένο που ονομαζόταν Ιούστα. Η κοπέλα δεν ανταποκρινόταν στον έρωτά του κι εκείνος κατέφυγε στο διάσημο μάγο Κυπριανό. Όλα όμως τα μαγικά τεχνάσματα του Κυπριανού αποδείχθηκαν άχρηστα μπροστά στην σταθερή άρνηση της κοπέλας. Παραδεχόμενος την αποτυχία της τέχνης του, έκαψε τα μαγικά του βιβλία ενώπιον του Επισκόπου Ανθίμου, ζητώντας να βαπτισθεί και να γίνει ιερεύς.
Πράγματι, χειροτονήθηκε και μάλιστα εξελέγη Επίσκοπος Καρχηδόνος. Μαζί του παρέλαβε και την Ιούστα, την οποία χειροτόνησε διακόνισσα μετονομάζοντάς την Ιουστίνα. Έδειξε αποστολικό ζήλο και γι αυτό τον διέβαλαν στον Δέκιο. Εξορίσθηκε στην Αντιόχεια, όπου και φυλακίσθηκε και αργότερα στη Νικομήδεια, όπου ο Κλαύδιος τον αποκεφάλισε μαζί με την Ιουστίνα.
Τα λείψανά τους τα παρέλαβαν ευλαβείς Χριστιανοί και τα μετέφεραν στην Ρώμη, όπου και τα ενταφίασαν.



