Αγιογραφία με στιλβωτή επιχρύσωση σε φυσικό ξύλο φλαμουριάς. Το ξύλο έχει προετοιμαστεί εν θερμώ και επιχρυσωθεί με φύλλα χρυσού 22Κ, σύμφωνα με την παραδοσιακή βυζαντινή τεχνική. Η αγιογράφηση έχει πραγματοποιηθεί με τη χρήση αβγοτέμπερας, με σκοπό τη βέλτιστη απόδοση και αντοχή των χρωμάτων.
Σύγχρονος άγιος της Ρωσικής Εκκλησίας, με αξιοθαύμαστη επιστημονική κατάρτιση, αλλά και ιώβεια υπομονή στα πάρα πολλά βασανιστήρια που τον υπέβαλε το κομμουνιστικό καθεστώς. Πιστοί από όλον τον κόσμο μαρτυρούν τα θαύματά του σε ασθενείς, από τον καιρό της κοίμησής του έως και σήμερα.
Γεννήθηκε στην Κριμαία το 1877, με το όνομα Βαλεντίν, από ρωμαιοκαθολικό πατέρα και ορθόδοξη μητέρα. Ο ίδιος διηγούταν ότι έμαθε την ευλάβεια και την προσευχή από τον πατέρα του, Φέλιξ Βόινο - Γιασενέτσκι, ενώ η μητέρα του δεν συμμετείχε ενεργά στη λειτουργική ζωή.
Είχε ταλέντο στη ζωγραφική και το σχέδιο, αλλά επιθυμούσε να σπουδάσει κάτι που θα βοηθούσε τον άνθρωπο. Επειδή είχε κάποιες δυσκολίες στα μαθήματα που απαιτούνταν για την εισαγωγή του στην Ιατρική Σχολή, παρακάλεσε θερμά την Παναγία να τον βοηθήσει να τις ξεπεράσει. Πράγματι, εισήχθη στην Ιατρική και το 1903 πήρε το πτυχίο του ιατρού.
Παντρεύτηκε την Άννα Βασίλιεβνα Λάνσκαγια με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Στο μεταξύ, αποκτούσε μεγάλη φήμη ως ιατρός, ιδιαίτερα ως χειρουργός οφθαλμών. Διορίστηκε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Τασκένδης, όπου βρέθηκε στο στόχαστρο των Μπολσεβίκων ως ευσεβής ιατρός. Παράλληλα χήρεψε, καθώς η σύζυγός του Άννα πέθανε από φυματίωση. Τότε εμπιστεύτηκε τα παιδιά του στη νοσοκόμα Σοφία Σεργκέεβνα.
Το 1921 χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος από τον αρχιεπίσκοπο Ιννοκέντιο. Δύο χρόνια αργότερα εκλέχθηκε και χειροτονήθηκε επίσκοπος με το όνομα Λουκάς, όπως ο Ευαγγελιστής και ιατρός στο επάγγελμα Λουκάς.
Οι διώξεις εναντίον του εντάθηκαν, μια και ένας επίσκοπος ιατρός ήταν μεγάλη απειλή για το αθεϊστικό καθεστώς. Φυλακίστηκε για πολλά χρόνια στη Μόσχα και στη συνέχεια εξορίστηκε στη Σιβηρία. Τα διαρκή βασανιστήρια κλόνισαν ανεπανόρθωτα την υγεία του, όμως το χριστιανικό του ήθος εξέπληττε διαρκώς τόσο τους συγκρατουμένους όσο και τους δεσμοφύλακές του.
Πολλές φορές απελευθερώθηκε και πάλι συνελήφθη και εξορίστηκε· βασικός στόχος της κυβέρνησης ήταν να τον αναγκάσει να απαρνηθεί την ιερωσύνη του. Θεράπευε ασθενείς αφιλοκερδώς και μοίραζε σε φτωχούς τα λιγοστά του εισοδήματα. Στο διάστημα αυτό, προσπαθούσε να επικοινωνεί με τα παιδιά του όσο πιο συχνά γινόταν.
Σε ηλικία 70 ετών έγινε αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως. Παράλληλα, άρχισε να χάνει την όρασή του. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 11 Ιουνίου 1961· μέχρι το τέλος, το κομμουνιστικό καθεστώς προσπαθούσε να τον εξοντώσει. Πλήθος κόσμου παρέστη στην κηδεία του, παρά την απαγόρευση.
Ανακηρύχθηκε άγιος από τη Ρωσική Εκκλησία το 1995 και η μνήμη του εορτάζεται στις 11 Ιουνίου. Το σεπτό του σκήνωμα βρίσκεται στον καθεδρικό ναό Συμφερουπόλεως και Κριμαίας σε ασημένια λάρνακα που δώρισαν Έλληνες ιερείς.



